top of page
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ
Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα π.Χ. σε ένα σημείο φυσικά προφυλαγμένο, από όπου ελεγχόταν η εμπορική δραστηριότητα στο Βόσπορο. Επί 16 αιώνες ήταν η μεγάλη αυτοκρατορική πρωτεύουσα, αρχικά της βυζαντινής αυτοκρατορίας και έπειτα των Οθωμανών σουλτάνων.ης βυζαντινής Κωνσταντινούπολης χρονολογείται γύρω στο 667 π.Χ. όταν σύμφωνα με το θρύλο, ο Έλληνας Βύζας ηγήθηκε μιας εκστρατείας από τις πολυπληθείς πόλεις των Αθηνών και των Μεγάρων, για να ιδρύσει μια αποικία στην ευρωπαϊκή πλευρά του Βοσπόρου.Το 324 μ.Χ. αφού κατατρόπωσε το συμβασιλέα του Λικίνιου, ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε ο μοναδικός άρχοντας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στο Βυζάντιο. Ο Κωνσταντίνος έπαιξε επίσης καταλυτικό ρόλο στην εξάπλωση του χριστιανισμού.Ο 6ος αιώνας σημαδεύτηκε από την εξαιρετική προσωπικότητα του Ιουστινιανού. Επί βασιλείας του, η Κωνσταντινούπολη ευημερούσε και σχεδόν κατάφερε να ανακτήσει τα εδάφη της δυτικής αυτοκρατορίας που είχαν περιέλθει στους βαρβάρους.Η βυζαντινή αυτοκρατορία, δεν ανέκτησε ποτέ ξανά το μεγαλείο που τη χαρακτήριζε επί εποχής του Ιουστινιανού, ωστόσο κατά την πρώτη χιλιετία παρέμεινε πλούσια και ισχυρή. Στις αρχές του Μεσαίωνα, και ενώ η Ευρώπη είχε βυθιστεί στο σκότος της άγνοιας και του αναλφαβητισμού, η Κωνσταντινούπολη ήταν κέντρο παιδείας, τέχνης και πολιτισμού. Θεωρώντας τους εαυτούς τους ηγέτες της χριστιανοσύνης, οι βυζαντινοί άρχοντες έστειλαν ιεραποστόλους να διαδώσουν τη θρησκεία και τον πολιτισμό τους στους λαούς των Σλάβων και κυρίως στη Ρωσία.Το 1202, στρατός 34.000 ατόμων, ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ για μια νέα σταυροφορία, στους Αγίους Τόπους. Ο ανεξέλεγκτος όχλος βρισκόμενος υπό την επιρροή του κόμη Δάνδολου, πανούργου δόγη της Βενετίας, εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Στα σκοτεινά χρόνια που ακολούθησαν, η μεγαλόπρεπη άλλοτε πόλη παρήκμασε λόγω λεηλασιών, κακής διοίκησης και μετανάστευσης των κατοίκων σε χωριά εκτός των τειχών της πόλης.Το κράτος των Οθωμανών ιδρύθηκε το 1301, όταν ο Οσμάν, ηγέτης των πολεμιστών που μάχονταν για τη μουσουλμανική πίστη στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας, ανακήρυξε την ανεξαρτησία του. Το 1362, μετά την κατάκτηση της Ανδριανούπολης από τους Οθωμανούς, το Βυζάντιο περιελάμβανε μόνο την πόλη-κράτος της Κωνσταντινούπολης και ελάχιστουςμικρούς οικισμούς. Στις 29 Μαΐου 1453, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β' μπήκε στηνΚωνσταντινούπολη, ύστερα από πολιορκία 54 ημερών κατά την οποία το κανόνι του είχε ανοίξει μια τεράστια τρύπα στα Θεοδοσιανά τείχη. Το πρώτο μέλημα του Μωάμεθ ήταν η ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης πόλης, που αργότερα θα γινόταν γνωστή ως Ιστανμπούλ. Το μεγάλο παζάρι και το παλάτι Τοπκαπί, οικοδομήθηκαν στα χρόνια που ακολούθησαν. Οιπόλεις και ιδιαίτερα η πρωτεύουσα Ιστανμπούλ, ωφελούνται από τις καλές συνθήκες διαβίωσης. Ο πληθυσμός τους, συχνά ανάμεικτος, στη Μικρά Ασία στην πλειοψηφία του τουρκικός, αποτελείται κυρίως από Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους, που εξαρτώνται άμεσα από τους θρησκευτικούς τους αρχηγούς, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι απέναντι στην τουρκική κυβέρνηση. Θρησκευτικοί διωγμοί δεν γίνονται πια. Η οικονομική ευμάρεια, αποτέλεσμα της στρατιωτικής και πολιτικήςυπεροχής, αντανακλά σε όλες τις κατηγορίες του πληθυσμού και επιτρέπει στους Βενετούς, Γενοβέζους, Γάλλους, να αναπτύξουν μεγάλη εμπορική δραστηριότητα. Ο Βαγιαζίτ ο Β', ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής και ο Σελίμ ο Β΄ · δαπανούν υπέρογκα ποσά για να ομορφύνουν την πρωτεύουσα και τις κύριες πόλεις με μνημεία. Στον τομέα της αρχιτεκτονικής, ένας άνθρωπος δοξάζεται, ο Μιμάρ Σινάν. Χτίζει τα ωραιότερα τζαμιά του 16ου αιώνα. Μερικά τζαμιά όπως και πολλές αίθουσες του ανακτόρου του Τοπ Καπί είναι διακοσμημένα με ανθεμωτά κεραμικά της Νίκαιας. Ακόμα, ποιητές, χρονικογράφοι και ιστοριογράφοι συμβάλλουν στην ανάπτυξη των γραμμάτων. Γνωστότατος ο θαλασσοπόρος Πίρι Ρέις και το βιβλίο του, το βιβλίο της ναυσιπλοΐας.Από τα μέσα του 17ου αιώνα, η Πόλη αποτελεί ένα μεγάλο αστικό σύνολο, που περιελάμβανε την Ιστανμπούλ, δηλαδή το μέρος της πόλης που ήταν στη νότια πλευρά του Χρυσού Κέρατος, ανάμεσα στα τείχη και τα προάστια Εγιούπ, Γαλατά και Σκούταρι, στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου. Σ' αυτήν ζούσαν 600.000 περίπου κάτοικοι. Ήταν η πρώτη πολιτεία, σπουδαιότατο οικονομικό κέντρο και έδρα του σουλτάνου, των ανώτατων αξιωματούχων, της κεντρικής διοίκησης, τμήματος του στρατού, εμπόρων και άλλων.Το τέλος του 19ου αιώνα, βρίσκει την Οθωμανική αυτοκρατορία μερικά διαμελισμένη. Στις 19 Μαΐου του 1919, φθάνει στην Σαμψούντα ο στρατηγός Μουσταφά Κεμάλ και αρχίζει ο αγώνας για την ακεραιότητα της Τουρκίας. Τον Απρίλιο του 1920, η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση συγκεντρώνεται στην Άγκυρα, εκλέγεται πρόεδρος της ο Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος αναλαμβάνει τηνεξουσία και σχηματίζει εθνικιστική κυβέρνηση. Την 1η Νοεμβρίου 1922 το σουλτανάτο καταργείται. Η τελευταία οθωμανική κυβέρνηση καταργείται. Ο σουλτάνος Μωάμεθ Ε΄ εγκαταλείπει την Πόλη και κηρύσσεται έκπτωτος. Στις 6 Οκτωβρίου 1923 τουρκικά στρατεύματα εισέρχονται στην Κωνσταντινούπολη, που ήταν υπό τον έλεγχο και κατοχή των Συμμάχων.Στις 29 Οκτωβρίου 1923 ανακηρύσσεται η Τουρκική Δημοκρατία. Πρόεδρος της εκλέγεται ο Μουσταφά Κεμάλ και πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης ο Ισμέτ Ινονού. Η πρωτεύουσα μεταφέρεται από την Πόλη στην Άγκυρα. Ενισχυμένος από τη λαϊκή υποστήριξη, ο Μουσταφά Κεμάλ, που μέχρισήμερα είναι γνωστός σαν Κεμάλ Ατατούρκ, πατέρας των Τούρκων, επιδίδεται στην ανανέωση της Τουρκίας, την εθνικοποίηση των μέσων μεταφοράς και των μεγάλων βιομηχανικών επιχειρήσεων, τη δημιουργία τραπεζών. Τα κτήματα του σουλτάνου και της οικογένειάς του διανεμήθηκαν σε χωρικούς, αλλά αυτή η αγροτική μεταρρύθμιση δεν απέδωσε από έλλειψη βοηθητικών μέσων. Η εκπαίδευση εκσυγχρονίζεται και γίνεται υποχρεωτική. Επιβάλλεται όμως με δυσκολία στις απομακρυσμένες επαρχίες.Ο Μουσταφά Κεμάλ ασκεί φιλειρηνική εξωτερική πολιτική. Συνάπτει συμφωνίες με τους γείτονές του και με τις Μεγάλες Δυνάμεις, συμμετέχοντας στην Κοινωνία των Εθνών και στο Σύμφωνο των Βαλκανίων. Το 1936 η Τουρκία αναλαμβάνει τον απόλυτο έλεγχο των Στενών. Στις 10 Νοεμβρίου 1938 πεθαίνει ο Κεμάλ Ατατούρκ, που τον διαδέχεται ο Ισμέτ Ινονού. Από τότε η Κωνσταντινούπολη, έχει πραγματικά μεταμορφωθεί και εξελιχθεί σε σύγχρονη πόλη. Ο πληθυσμός της αυξήθηκε κατακόρυφαί καθώς μετανάστες από τη Μικρά Ασία κατέφθασαν στην περιοχή. Με την άνθηση της οικονομίας, κατασκευάστηκαν νέοι αυτοκινητόδρομοι και γέφυρες και το δημόσιο δίκτυο συγκοινωνιών εκσυγχρονίστηκε με στα νέα τραμ, τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο και τα ταχύτατα πλωτά λεωφορεία καταμαράν. Επίσης η Κωνσταντινούπολη αναπτύχθηκε τουριστικά. Τα αρχαία μνημεία συντηρήθηκαν, ενώ τα τελευταία χρόνια άνοιξαν πολλά ξενοδοχεία και εστιατόρια για να εξυπηρετήσουν τον αυξανόμενο αριθμό επισκεπτών.
ΠΕΖΟΔΡΟΜΟΣ ΠΕΡΑN
περιοχή Πέρα ή Μπέγιογλου της Κωνσταντινούπολης, όπως περιγράφεται η πέρα από το Γαλατά περιοχή στα οθωμανικά διοικητικά έγγραφα από τα τέλη του 15ου αιώνα, αποτελούσε κατά τους πρώτους χρόνους μετά την Άλωση προάστιο του Γαλατά εκτεινόμενο πάνω από αυτόν σε υψόμετρο περίπου 110 μ. από τη θάλασσα. Η περιοχή μέχρι και το 18ο αιώνα ήταν σχετικά αραιοκατοικημένη, κυρίως από μη μουσουλμάνους. Την ονομασία Μπέγιογλου τη χρησιμοποιούν και οι ορθόδοξοι χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής, οι οποίοι ήταν λιγοστοί κατά τους πρώτους αιώνες μετά την Άλωση. Οι χριστιανοί ορθόδοξοι αποκαλούσαν την περιοχή και Σταυροδρόμι από όπου πήρε την ονομασία της και η ορθόδοξη κοινότητα που δημιουργήθηκε εκεί το 19ο αιώνα. Σύμφωνα με το Μανουήλ Γεδεών, πριν από το 19ο αιώνα το Σταυροδρόμι και το Μπέγιογλου αποτελούσαν δύο διακριτές συνοικίες, από τις οποίες το μεν Μπέγιογλου περιλάμβανε τους πυκνοκατοικημένους συνοικισμούς μεταξύ του πύργου του Γαλατά και του σημείου όπου χτίστηκε η ρωσική πρεσβεία, το δε Σταυροδρόμι την έκταση πάνω από το πρώτο σταυροδρόμι της περιοχής. Αναλυτικότερα, η ονομασία Σταυροδρόμι, ή Dörtyol στα τουρκικά, ουσιαστικά αποτυπώνει τη μορφολογία του χώρου, ο οποίος μεταβάλλεται σταδιακά και επεκτείνεται προς τα βόρεια, έτσι μέχρι το 18ο αιώνα η ονομασία Σταυροδρόμι παραπέμπει στο σημείο τομής δύο κάθετων κύριων οδικών αρτηριών που ένωναν τις συνοικίες Τοπχανέ και Κασίμ Πασά από «μια στενή και μακράν κατά την μέσην οδό» τον Ίσιο Δρόμο ή Doğru Yol, γνωστό αργότερα ως Μεγάλη Οδό του Πέρα. Έναν αιώνα αργότερα το σταυροδρόμι μετατοπίστηκε βορειότερα. Οι πληροφορίες που έχουμε για την περιοχή από το 16ο έως το 19ο αιώνα προέρχονται κυρίως από περιηγητές και γηγενείς ιστοριοδίφες. Η ιστορία της περιοχής συνδέεται άρρηκτα με αυτήν του Γαλατά, ο οποίος αποτελούσε ήδη από τους Βυζαντινούς χρόνους τόπο παραμονής και συναλλαγής κυρίως εμπόρων από τη Βενετία, τη Γένοβα και τη Φλωρεντία.Η επέκταση και η αύξηση των δραστηριοτήτων των εμπόρων του Γαλατά, που ενισχύονται σε σημαντικό βαθμό από τις οικονομικές διευκολύνσεις που παρέχει η Υψηλή Πύλη, είχε αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστούν και οι εμπορικές εγκαταστάσεις στην περιοχή δημιουργώντας έτσι σημαντικό χωροταξικό πρόβλημα. Σταδιακά από το 16ο αιώνα οι έμποροι και οι εκπρόσωποι των ξένων κρατών αρχίζουν να μεταφέρουν τις οικίες τους και στη συνέχεια, τις διοικητικές έδρες των κρατών τους στο Πέρα. Από τους πρώτους ήταν ο Γάλλος πρέσβης Jean de la Forest, ο οποίος το 1535, καιέπειτα από συνεννόηση μεταξύ του Φραγκίσκου Α΄ και του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, μετέφερε τη γαλλική πρεσβεία στο Πέρα. Η παρουσία την περίοδο αυτή στο Πέρα ορθόδοξων χριστιανών, Αρμενίων και Εβραίων παρέμεινε περιορισμένη, ενώ λιγοστούς μουσουλμάνους συναντούσε κανείς στις περιοχές γύρω από τον τεκέ του τάγματος των Μεβλεβί, ο οποίος ιδρύθηκε το 1491, ουσιαστικά πάνω από τον πύργο του Γαλατά και το Asmalı Mescit, καθώς και στην περιοχή του Γαλατά Σαράι. Το 17ο αιώνα η περιοχή συνεχίζει να κατοικείται, ενώ τα όριά της εκτείνονται ουσιαστικά από τον Κεράτιο μέχρι το Τοπχανέ. Νέες συνοικίες, όπως το Φιντικλί και το Τζιχανγκίρ, δημιουργούνται. Ωστόσο, ο κύριος πυρήνας του Μπέγιογλου φτάνει μέχρι το Γαλατά Σαράι, ενώ βορειότερα υπάρχουν νεκροταφεία. Είναι η περίοδος που αυξάνεται έντονα η παρουσία Δυτικών στην περιοχή, με τους Γάλλους να έχουν τουλάχιστον στην αρχή του αιώνα, την πρωτοκαθεδρία, οι οποίοι φέρνουν μαζί τους και τους θρησκευτικούς λειτουργούς τους. Η κοινότητα των Λατίνων στο Πέρα, η Magnifica Communita di Pera, έχει σύμφωνα με σύγχρονους περιηγητές, σημαντική ελευθερία. Η κοινότητα ουσιαστικά αυτοδιοικούνταν από τη θρησκευτική της ηγεσία, αν και τυπικά υπαγόταν διοικητικά στον καδή του Γαλατά. Είναι επίσης η περίοδος που, εκτός από τα σπίτια και τις πρεσβείες με τους όμορφους κήπους, στην περιοχή του Πέρα οικοδομούνται καθολικές εκκλησίες, παρεκκλήσια και μοναστήρια. Από την εποχή αυτή, αρκετοί εύποροι χριστιανοί υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα αρχίσουν να οικοδομούν τα αρχοντικά τους εδώ. Η περιοχή εξελίσσεται σε προάστιο που κατοικείται από ευκατάστατους αστούς. Ο 19ος αποτελεί τον κατεξοχήν αιώνα του Πέρα και σημαδεύεται κυρίως από την παρουσία των αστών εκπροσώπων των διάφορων μιλλέτ της Αυτοκρατορίας. Ο πληθυσμός της περιοχής αυξάνεται την περίοδο αυτή σημαντικά, ενώ από τα μέσα του 19ου αιώνα το Μπέγιογλου φτάνει στα όρια της ανάπτυξής του και μετατρέπεται σε διεθνούς βεληνεκούς εμπορικό κέντρο. Γενικά, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η εξέλιξη και η ίδια η μορφή του Πέρα την περίοδο αυτή είναι επακόλουθο των πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων και των μεταρρυθμίσεων που δρομολογούνται στην Αυτοκρατορία ουσιαστικά μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο και την υπογραφή της Συνθήκης του Παρισιού (1856). Οι πληθυσμοί που συγκεντρώνονται στην περιοχή απολαμβάνουν σημαντικά εμπορικά προνόμια, λόγω των διομολογήσεων ή/και της προστασίας των ξένων πρεσβειών και έτσι δημιουργείται ένα περιβάλλον διοικητικής-νομικής ελευθερίας που δημιουργεί με τη σειρά του μεγάλα περιθώρια κέρδους. Από το 1980 και μετά, τόσο η Κωνσταντινούπολη όσο και το Πέρα γνωρίζουν νέα ανάπτυξη, που στηρίζεται κυρίως στις πολιτικές και οικονομικές επιλογές μετατροπής της Κωνσταντινούπολης σε παγκόσμια πόλη. Σε αυτό το πλαίσιο παρατηρείται μια άνοδος της περιοχής του Μπέγιογλου και μια πολλές φορές νοσταλγική και εξιδανικευμένη (και πολύ συχνά εμπορευματοποιημένη) αναπόληση του πολυεθνικού και πολυπολιτισμικού παρελθόντος της συνοικίας.
ΒΟΣΠΟΡΟΣ- ΚΡΕΜΑΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ
Ο Βόσπορος αποτελεί ένα στενό πορθμό που χωρίζει το Ευρωπαϊκό τμήμα της Βόσπορος αποτελεί ένσιατικό της τμήμα, συνδέονται με τρώγιλεκάνη της Προποντίδας με τον Εύξεινο Πόντο. Έχει μήκος 30 χλμ. με μέγιστο πλάτος Προποντίδας βόρεια Εείσοδο και ελάχιστο πλάτος 5 μεταξύ του 3,700μμ στη βόρεια είσοδο Ανατολίας) και του Rumelihisar (Κάστρο της Ρωμυλίας). Το βάθος κυμαίνεται από 36 έως 124 μέτρα. Στο Βόσπορο υπάρχει ρεύμα ταχύτητας 3-4ων χλμ. Η ροή πάνω είναι από τη Μαύρη Θάλασσα προς την Θάλασσα του Μαρμαρά, ενώ κάτω από 40 μέτρα είναι ανάποδα. Αυτή η ροή οφείλεται στη διαφορά υψομέτρου και αλμυρότητας μεταξύ των δύο θαλασσών. Σε κακοκαιρίες η ταχύτητα του ρεύματος φθάνει μέχρι 8-9 χλμ. Μετά από μια μεγάλη καθίζηση πριν από τον τέταρτο γεωλογικό χρόνο πάνω στη σεισμόπληκτη περιοχή, σχηματίστηκε το Μπογάζ της Κωνσταντινούπολης και την σημερινή του μορφή πήρε πριν 7.500 χρόνια. Σύμφωνα όμως με τη μυθολογία ονομάζεται Βόσπορος. Γιατί, η Ιώ, η ερωμένη του Δία, για να αποφύγει την οργή της Ήρας, μεταμφιέσθηκε σε βόδι και πέρασε από τα στενά. Γι' αυτό λοιπόν ονομάσθηκε το πέρασμα του βοδιού (βόος + πόρος).Δύο γέφυρες γεφυρώνουν το Στενό του Βοσπόρου. Η πρώτη, Γέφυρα Bogazici (Βόσπορος 1), έχει μήκος 1074 μέτρων και ολοκληρώθηκε το 1973. Η δεύτερη, Γέφυρα Fatih Sultan Mehmed (Βόσπορος ΙΙ), έχει μήκος 1090 μέτρα και ολοκληρώθηκε το 1988 περίπου πέντε χλμ. βόρεια της πρώτης γέφυρας. Από τα στενά ετησίως περνούν 50.000 καράβια μεγάλης χωρητικότητας. Το πετρέλαιο που μεταφέρεται δια μέσου των στενών. Είναι 63 εκατομμύρια τόνους. Η ποσότητα αυτή, μετά από τα πετρέλαια της κεντρικής Ασίας, θα αυξηθεί στα 130 εκατομμύρια τόνους. Αυτό σημαίνει πάρα πολύ μεγάλο οικολογικό πρόβλημα και για τα στενά και για τη Θάλασσα του Μαρμαρά αλλά και για το Αιγαίο.
Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ
Το μικρό ιστορικό της μεγάλης εκκλησίαςΗ Αγία Σοφία είχε ταυτιστεί με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για χίλια και πλέον χρόνια. Ταυτίστηκε επίσης με μία από τις μεγάλες εποχές της ανθρώπινης σύλληψης και δημιουργίας.Το πρώτο της όνομα, ήταν αυτό της Μεγάλης Εκκλησίας, εξαιτίας των μεγάλων της διαστάσεων συγκριτικά με τους άλλους ναούς της Πόλης. Της δόθηκε στη συνέχεια το ιερό όνομα της Σοφίας, της Θείας Σοφίας του Λόγου, του δεύτερου προσώπου της Αγίας Τριάδος, δηλαδή του Χριστού. Επειδή ήταν αφιερωμένη στο Χριστό, γι' αυτό και πανηγύριζε τα Χριστούγεννα. Με το πέρασμα των αιώνων, το όνομα Μεγάλη Εκκλησία πήρε ευρύτερες και πνευματικότερες διαστάσεις, περιέλαβε ολόκληρη την Ορθόδοξη εκκλησία και τελικά ταυτίστηκε με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο έχει τον τίτλο « Η Μεγάλη Εκκλησία του Χριστού».
Ο Gilles περιγράφει πως οι κάτοικοι δεν είχαν γνώση της ύπαρξης της δεξαμενής, παρά το γεγονός πως αντλούσαν νερό και έπιαναν ψάρια ρίχνοντας κουβάδες στα υπόγεια των σπιτιών τους.Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, το νερό της Βασιλικής Κινστέρνας χρησιμοποιούνταν για την άρδευση των κήπων στο Παλάτι του Τοπ Καπί. Από τον 18ο και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, πραγματοποιήθηκαν έργα αναστήλωσης για τη διατήρηση της κινστέρνας, η οποία μετά από ανακαίνιση, που ξεκίνησε το 1985, είναι από το 1987 ανοιχτή στο ευρύ κοινό και συνιστά ένα από τους σπουδαιότερους και παλαιότερους δημόσιους χώρους. Στο χώρο της με την εξαιρετική ακουστική δίνονται μουσικά κοντσέρτα.
ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ
Ο Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης ήταν χώρος δημόσιας ψυχαγωγίας που προοριζόταν για ιπποδρομίες και αρματοδρομίες, αποκτώντας παράλληλα θεσμικές και πολιτικές διαστάσεις. Σήμερα, στη θέση του βρίσκεται η πλατεία Σουλτάν Αχμέτ και διασώζονται μόνο θραύσματα του αρχικού συγκροτήματος.Ο Ιππόδρομος προηγείται χρονικά της Κωνσταντινούπολης και υπήρξε κληροδότημα του Σεπτίμιου Σεβήρου, πιθανώς σε χρήση ήδη από το 2ο αιώνα. Κατά την αυτοκρατορία του Μεγάλου Κωνσταντίνου επεκτάθηκε και ολοκληρώθηκε το 303. Μετατρέποντας την Κωνσταντινούπολη σε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του, ο Κωνσταντίνος διαμόρφωσε ένα μνημειακό σύνολο ανεξάρτητων αλλά αλληλοσυνδεόμενων δημόσιων χώρων, μέρος του οποίου ήταν και ο Ιππόδρομος. Την ίδια εποχή ξεκίνησε και η συστηματική διακόσμηση του χώρου, η οποία συνεχίστηκε από τους επόμενους αυτοκράτορες, Κωνστάντιο, Θεοδόσιο Α', Αρκάδιο και Θεοδόσιο Β' με μεταφορά πολύτιμων γλυπτών.Στα αξιόλογα μνημεία του Ιπποδρόμου ανήκουν η στήλη των Όφεων, ο οβελίσκος του Θεοδόσιου Α' και ένας ακόμα οβελίσκος από συναρμοσμένους λίθους που αποδίδεται στον Κωνσταντίνο Ζ' Πορφυρογέννητο, τα οποία σώζονται και διατηρούνται στο κέντρο του σύγχρονου δημόσιου χώρου. Γνωστά είναι επίσης τέσσερα χάλκινα άλογα που είχαν αρχικά τοποθετηθεί σε πύργο πάνω από τις πύλες του Ιπποδρόμου και το 1204 τοποθετήθηκαν από τους Ενετούς στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου. Τον Ιππόδρομο κοσμούσαν επίσης αρκετά αγάλματα αφιερωμένα σε φημισμένους αρματοδρόμους. Η βάση ενός μνημείου προς τιμή του ηνίοχου Πορφύριου (ή Καλλιόπας) διασώζεται και εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, άλλοτε μέρος του αίθριου της Αγίας Ειρήνης.Χτισμένος κατά τα πρότυπα του Circus Maximus της Ρώμης, διέθετε το χαρακτηριστικό σχήμα υ. Η χωρητικότητά του εκτιμάται πως έφθανε τις 100.000 θεατές, ενώ το συνολικό μήκος του ήταν περίπου 450 μ. Στο βορειοανατολικό άκρο του υπήρχαν δώδεκα πύλες ή θύρες εξοπλισμένες με μηχανισμό που επέτρεπε το ταυτόχρονο άνοιγμά τους. Αυτές ήταν και το σημείο εκκίνησης των αρματοδρόμων. Στο κέντρο της αρένας βρισκόταν ένα χαμηλό φράγμα γύρω από το οποίο γίνονταν οι αρματοδρομίες, καθώς σε κάθε άκρο του ένας πάσσαλος οριοθετούσε το σημείο στροφής. Στο μέσο της ανατολικής πλευράς του ιπποδρόμου, βρισκόταν το αυτοκρατορικό θεωρείο. Μετά την οθωμανική κατάκτηση της πόλης, ο χώρος του Ιπποδρόμου αξιοποιήθηκε ως χώρος ασκήσεων, και έγινε γνωστός ως «πεδίο τωναλόγων». Σε ιδεολογικό επίπεδο, ο Ιππόδρομος, όπως και άλλοι δημόσιοι χώροι της βυξε ιδεολογικό επίπεδούπολης, ενίσχυαν το αίσθημα πολιτικός μού με την της βυζαντινής Κωνσταντιουργώντας παράλληλα δεοπολιτικός θεσμός, εκεί συμβάλλοντας εν γένει στη θριαμβική αυτοκρατορική ιδεολογία. Αποτελούσε τουμβάλο στους επαρουσιάζονταν οι νέοι αυτοκράτορες ή έρχονταν σε επαφή με TO λαό στα σταλαίσια εορταστικών εκδηλώσεων, ενώ πραγματοποιούνταν ακόμα σημαντικές εκτελέσεις. Μέσα από τα αγωνίσματα του Ιπποδρόμου και τη λαϊκή συμμετοχή, δημιουργήθηκαν φατρίες (δήμοι) καταλαμβάνοντας ξεχωριστές κερκίδες επί της δυτικής πτέρυγας του ιπποδρόμου και απέναντι από το Κάθισμα του αυτοκράτορα. Σταδιακά απέκτησαν χαρακτηριστικά πολιτικών ή θρησκευτικών παρατάξεων, μέσα από τις οποίες ο Ιππόδρομος εξελίχθηκε σε τόπο δημόσιας έκφρασης.Εκτός από νέους οι οποίοι ήθελαν να κερδίσουν φήμη, ο Κωνσταντίνος Η' έπαιρνε μέρος στους αγώνες και αναδεικνυόταν νικητής πολλές φορές. Ήταν πολύ σημαντικό που ο αυτοκράτορας συμμετείχε σε γεγονός των απλών ανθρώπων.
ΚΑΠΑΛΙ ΤΣΑΡΣΙ
Το μεγάλο παζάρι (Καπαλί Τσαρσί: που σημαίνει σκεπαστή αγορά), άνοιξε το 1461 και είναι μία από τις μεγαλύτερες και παλιότερες στεγασμένες αγορές του κόσμου, με πάνω από 58 οδούς και 4.000 μαγαζιά από τα οποία διέρχονται 250.000 με 400.000 επισκέπτες καθημερινά. Η αγορά διευρύνθηκε κατά την διάρκεια του 16ου αιώνα, κατά τη διάρκεια ηγεμονίας του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, και το 1894 υποβλήθηκε σε μια σημαντική αποκατάσταση μετά από έναν σεισμό που προκάλεσε καταστροφές. Στο παζάρι θα βρείτε κοσμήματα, σουβενίρ, ναργιλέδες, μπρίκια, καρυκεύματα, χαλιά αλλά και δερμάτινα ρούχα και παπούτσια. Να είστε προετοιμασμένοι να αποφύγετε πολλούς κράχτες που θα σας μιλάνε απλά Ελληνικά και ακόμα και αν δεν ενδιαφέρεστε να αγοράσετε κάτι θα μπορέσετε να διασκεδάσετε με το γνωστό 'παζάρι', όπου συνήθως θα μπορέσετε να ρίξετε την τιμή κατά 10 με 15%.
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κυριάρχησε ως εκκλησιαστικός θεσμός της Ανατολής ιδιαίτερα μετά την ανάδειξη της Κωνσταντινούπολης ως πρωτεύουσας του Βυζαντίου. Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος αποφάσισε να ιδρύσει τη Νέα Ρώμη είχε βασικό σκοπό να διοικεί αποτελεσματικότερα τα δύο τμήματα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλαδή την ευρωπαϊκή Δύση και τη μικρασιατική Ανατολή. Ο εξαιρετικά σημαντικός ρόλος που κλήθηκε να παίξει η νέα πόλη δεν ήταν δυνατόν να επιφυλάξει δευτερεύοντα ρόλο στην εκκλησία της. Είναι ενδεικτικό ότι η νέα πόλη θεμελιώθηκε στις 3 Νοεμβρίου του 324 μ.Χ. και η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε ένα χρόνο αργότερα. Στην Κωνσταντινούπολη, που εγκαινιάστηκε επίσημα στις 11 Μαίου 330 μ. Χ. εκτός από το Ρωμαϊκό Ιππόδρομο και τα Ανάκτορα δέσποζαν και οι χριστιανικοί ναοί της Αγίας Ειρήνης και της Αγίας Του Θεού Σοφίας. Όπως η Ρώμη, έτσι και ηΚωνσταντινούπολη είχε διοικητική αυτοτέλεια της Εκκλησίας της Παλαιάς Ρώμης, και η Εκκλησία της Νέας ήταν ανεξάρτητη ήδη από την ίδρυση της πόλης. Το αδιαμφισβήτητο κύρος της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης κατοχυρώθηκε επισήμως στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο του 381 μ.Χ. όταν της αποδόθησαν πρεσβεία τιμής. Τα πρεσβεία αυτά ποτέ δεν αμφισβητήθηκαν άμεσα ούτε και από τον Πάπα της Ρώμης, παρόλο που σταδιακά οι σχέσεις των δύο εκκλησιών ψυχράνθηκαν με αποκορύφωμα το σχίσμα των δύο εκκλησιών. Με τη Δ' Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451 μ.Χ. παγιώθηκε το κύρος και η εξέχουσα θέση της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης που ούτως ή άλλως είχαν αναγνωρισθεί στην πράξη. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέχει την ενιαία εκκλησία τη δεύτερη θέση στα πρεσβεία τιμής μετά τον Επίσκοπο της Ρώμης, ενώ η πνευματική του δικαιοδοσία εκτείνεται σε έναν ευρύτατο χώρο. Επιπλέον, έχει το δικαίωμα να χειροτονεί τους επισκόπους των βαρβαρικών λαών. Στα τέλη του 6ου αι., ο Πάπας έχοντας την αντίληψη του πρωτείου ως δικαιοδοσία της εξουσίας, αντέδρασε όταν για πρώτη φορά, ο Πατριάρχης υπέγραψε ως Οικουμενικός στα πρακτικά μιας Συνόδου. Η επίσημη καθιέρωση του τίτλου οικουμενικός δε σημαίνει απορρόφηση των άλλων Πατριαρχείων της Ανατολής αλλά εκφράζει τη συναίσθηση της ιδιαίτερης ευθύνης της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, ευθύνη η οποία αυξήθηκε τα μέγιστα μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους (476 μ.Χ.) και τη ραγδαία εξάπλωση των Αράβων κατά τον 7ο αιώνα. Πλέον εκτός από τον Αυτοκράτορα της Οικουμενικής Αυτοκρατορίας υπάρχει και ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Η διατήρηση αρμονικών σχέσεων μεταξύ τους στηρίζεται στη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, όπως αυτή ερμηνεύτηκε στα έργα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας (717-843) το κύρος και οι σχέσεις του Πατριαρχείου με το χριστιανικό κόσμο της Δύσης δοκιμάστηκαν. Η αναστήλωση των εικόνων και ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας σηματοδοτούν την έναρξη της χρυσής εποχής για τη βυζαντινή εκκλησία που θα διαρκέσει ως τα τέλη του 12ου αι. Η κατάληψη της Πόλης από τους Φράγκους της Δ΄ Σταυροφορίας (1204) οδήγησε το Πατριαρχείο σε εξορία. Για περίπου 60 χρόνια, ο πατριάρχης και οι εκκλησιαστικές αρχές μεταφέρθηκαν στη Νίκαια. Όταν το 1261, το πατριαρχείο επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δε θύμιζε σε τίποτε το παρελθόν. Ακολούθησε σταδιακή συρρίκνωση και παρακμή της. Το κύρος του Πατριαρχείου όμως παρέμεινε αλώβητο. Με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ο Μωάμεθ ο Πορθητής αναγνώρισε το θεσμό του Πατριαρχείου εξυπηρετώντας εσωτερικές σκοπιμότητες του οθωμανικού κράτους. Ο Σουλτάνος εγγυήθηκε τη νομική υπόσταση του Πατριαρχείου κατοχυρώνοντάς τη με επίσημα έγγραφα προς τον πρώτο Πατριάρχη της Τουρκοκρατίας Γεννάδιο Σχολάριο.Οι Χριστιανοί υπήκοοι της Υψηλής Πύλης θα απολάμβαναν θρησκευτική ελευθερία με την προϋπόθεση ότι θα πλήρωναν του επιβαλλόμενους φόρους. Με τον τρόπο αυτό επισφραγίστηκαν τα προνόμια της αυτονομίας του Πατριαρχείου για να δοκιμαστούν όμως αργότερα σκληρά, από άλλους παράγοντες που το απειλούσαν με συρρίκνωση και διάλυση.
ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΟΙΚΗΜΑ
Στον περίβολο του ναού του Αγίου Γεωργίου υπήρχε μια άσημη γυναικεία μονή η οποία έμελλε να καταστεί έδρα του οικουμενικού Θρόνου τμήμα του οποίου επισκευάστηκε το 1698. To 1720 γύρω από το ναό παρακείμενος οίκος ευγενών αρχόντων ίνα κάθεται το το πυρπολύθηκε μερικώς. Πατριάρχης, το 1738 όμως μεγαλύτερες διαρπαγές κειμηώρισε κεντρούθης Ορθοδοξίας. Τη χαρακτηριστική όψη του το Πατριαρχείο απέκτησε της Το 1997, επί των ημερών του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄. Μεγαλοπρεπές έμβασμα οδηγεί από την αριστερή πύλη στον πατριαρχικό ναό, ενώ η δεξιά δυτική του είσοδος φέρει προς τον πατριαρχικό οίκο. Η μεσαία στην οποία το 1821 απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Ε΄ έκτοτε παραμένει κλειστή. Στις αρχές του 18ου αιώνα, επί των ημερών της πρώτης πατριαρχίας του Γρηγορίου Στ' αυξήθηκε το ύψος του πατριαρχικού ναού. Από το 1879 ο Ιωακείμ Γ' άρχισε νέες εργασίες ανακαίνισης. Χτίστηκε πέτρινο διώροφο κτίριο, για να στεγαστεί το «Εθνικό Ταμείο» και τα γραφεία του πατριαρχικού οίκου. Στην ανατολική πλευρά χτίστηκαν ξύλινα κελιά και άλλα οικήματα. Το 1941 μεγάλη πυρκαγιά αποτέφρωσε όλα τα ξύλινα κτίρια. Έτσι ο πατριαρχικός οίκος περιορίστηκε κατά πολύ. Από το 1941 μέχρι το 1985 και καθώς η τουρκική κυβέρνηση δεν παραχωρούσε άδεια ανοικοδόμησης, ο πατριαρχικός οίκος και οι διάφορες υπηρεσίες είχαν κατ' ανάγκη ασφυκτικά συμπτυχθεί στο λιθόκτιστο Ευγενίδειο που είχε γλυτώσει από την καταστροφή και στο παρακείμενο Κωνσταντινιανό λεγόμενο. Το 1985, με τη φροντίδα του Δημητρίου Α' και τη χορηγία του Άρχοντος Λογοθέτου και Μεγάλου Ευεργέτη της του Χριστού Εκκλησίας Παναγιώτη Αγγελόπουλου, ο πατριαρχικός οίκος ξαναχτίστηκε αποκτώντας το παλιό αρχιτεκτονικό του περίγραμμα και τη μοναστηριακή του φυσιογνωμία. Το ξύλινο μέγαρο με τους χαρακτηριστικούς εξώστες, φιλοξενεί στον πρώτο όροφο την Αίθουσα του Θρόνου όπου διεξάγεται η διαδικασία εκλογής των Πατριαρχών και οι υποδοχές των επισήμων και το Μικρό Συνοδικό όπου συνεδριάζει η Ιερά Σύνοδος. Μεταξύ των δύο, βρίσκεται η Αίθουσα των Πατριαρχών και το επίσημο πατριαρχικό γραφείο. Πίσω από το Μέγα Συνοδικό Γραφείο βρίσκεται η επίσημη Πατριαρχική Τράπεζα. Ανατολικά εκτείνεται το τμήμα της Μεγάλης Πρωτοσυγκελίας το οποίο καταλήγει στα κελιά των κληρικών και τα δωμάτια των κληρικών και τα δωμάτια των κληρικών της Αυλής. Στο μεσαίο όροφο βρίσκεται η Αίθουσα της Παναγίας, το παλαιό ευκτήριο του πατριάρχη με αντίγραφο της εικόνας της Παναγίας της Πορταΐτισσας του Άθω. Κοντά στην Αίθουσα της Παναγίας βρίσκονται τα γραφεία της Ιεράς Συνόδου, η Αρχιγραμματεία κλπ. Τέλος εκατέρωθεν της εσωτερικής κυρίας εισόδου βρίσκεται το τμήμα της Μεγάλης Αρχιδιακονίας με τα γραφεία του μεγάλου Αρχιδιακόνου του Δευτερεύοντος, του Τριτεύοντος και του Υπογραμματέως. Στον ίδιο όροφο βρίσκεται και η Τράπεζα των Διακόνων.
ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΒΛΑΧΕΡΝΩΝ
Tο σημείο συνάντησης του τείχους του Ηρακλείου με το θαλάσσιο τείχος του Κερατίου Κόλπου, το Ιερό αγίασμα των Βλαχερνών είναι τόπος προσκυνήματος των απανταχού ορθοδόξων χριστιανών. Το επισκέπτονται όμως τακτικά και μουσουλμάνοι περίοικοι για να πάρουν αγίασμα. Το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας χτίστηκε στα 1867 από τη συντεχνία των γουναράδων. Αργότερα προστέθηκαν και άλλα κτίσματα, από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Κατά τη διάρκεια των ταραχών, το Σεπτέμβρη του 1955, τα κτίρια αυτά καταστράφηκαν ολοσχερώς και ξαναχτίστηκαν εκ θεμελίων από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα Α΄. Από το μεγάλο ναό όμως και το βυζαντινό Παλάτι των Βλαχερνών δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτε. Ο παλιός ναός είχε χτιστεί από την Αυγούστα Πουλχερία στα 435 πάνω στα ερείπια αρχαίου ελληνικού ναού. Το εκκλησιαστικό συγκρότημα με τις τρεις πτέρυγες ολοκληρώθηκε από τον Λέοντα τον Α΄ (457-474) και τότε χτίστηκε το «Άγιον Λούσμα», όπου ο αυτοκράτορας με τη συνοδεία του κάθε Παρασκευή κατέβαινε στον «κόλυμβον», για να λουσθεί. Βυζαντινοί χρονογράφοι περιγράφουν με τα πιο ζωηρά χρώματα τη μεγάλη και λαμπρή εκκλησία με τους κίονες από πράσινο ίασπη και τα χρυσοποίκιλτα κιονόκρανα. Στο ναό αυτό φυλασσόταν το «ωμοφόριον της Παναγίας» και η «τιμία εσθής». Μέσα σ'αυτόν το ναό το 626 μαζεύτηκε ο λαός και έψαλλε τον Ακάθιστο Ύμνο, ευχαριστώντας τη Θεοτόκο Στρατηγό για τη σωτηρία της Αυτοκρατορίας. Στις μέρες μας κάθε χρόνο στους Α' Χαιρετισμούς γίνεται η πρωινή λειτουργία και στις 2 Ιουλίου, κατά την πανήγυρη η περιφορά της θαυματουργού εικόνας
ΜΠΑΛΟΥΚΛΗ
Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Ζωοδόχου Πηγής Μπαλουκλή.Το ξακουστό για τις θεραπευτικές του ιδιότητες αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής, της « Μπαλουκλιώτισσας», όπως μνημονεύεται από τη Λωξάνδρα στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Μαρίας Ιορδανίδου, εκλύεται από μια πηγή γύρω από την οποία, στην αρχαιότητα, υπήρχε ναός της Αρτέμιδος. Αργότερα χτίστηκε εδώ ναός προς τιμήν της Ζωοδόχου Πηγής, που υπήρξε πολύ δημοφιλής κατά τη βυζαντινή εποχή. Το πρώτο κτίσμα τοποθετείται στα πρωτοβυζαντινά χρόνια αλλά ο Ιουστινιανός, ο οποίος σύμφωνα με τις πηγές, είχε θεραπευθεί από λιθίαση χάρη στο νερό της πηγής, έχτισε μεγαλοπρεπή ναό που έκτοτε αποτέλεσε ένα από τα πιο ιερά προσκυνήματα της Κωνσταντινούπολης. Στο Μπαλουκλή, στο μοναστήρι που στο μεταξύ είχε χτιστεί, έμεινε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος για έναν ολόκληρο μήνα (Ιούλιος 1261) μετά την ανακατάληψη της Πόλης περιμένοντας να αποκατασταθεί πλήρως η τάξη, προτού εισέλθει θριαμβευτής στη Βασιλεύουσα. Η εκκλησία καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε πολλές φορές. Το 1821, λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε κατά τη διάρκεια ταραχών που ξέσπασαν με αφορμή την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Το σημερινό κτίσμα χρονολογείται στο 1833, όταν εκδόθηκε ειδικό φιρμάνι ανοικοδόμησης της εκκλησίας. Το 1955, κατά τη διάρκεια των Σεπτεμβριανών, ο ναός πυρπολήθηκε και η βυζαντινή εικόνα της Μπαλουκλιώτισσας εξαφανίστηκε. Οι επισκευές στο ναό έγιναν αργότερα από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα. Σήμερα, στο μοναστηριακό συγκρότημα του Μπαλουκλή εισέρχεται κανείς από τη βόρεια πλευρά του περίβολου. Στην ανατολική πλευρά είναι τα κελιά και τα ο ναός και ων λαϊκών που σμα κοιμητήριο με τους τάφους των Πατριαρχών και των λαϊκών που συλήθηκαν στα Σεπτεμβριανά.Τα ψάρια του ΒαλουκλήΗ ονομασία « Βαλουκλή» του μοναστηριακού συγκροτή τείχη ταις ναού Ζωοδόχου Πηγής στην περιοχή έξω από τα Χερσαία τείχη της Πόλης, έχει εμφανώς σχέση με την τουρκική λέξη balik, που σημαίνει ψάρι. Ένας από τους πώς γνωστούς θρύλους για την Άλωση της Πόλης αφορά την πηγή με το αγίασμα, στην οποία, σύμφωνα με την παράδοση, έπλεαν μικρά ψαράκια που από τη μια πλευρά ήταν κόκκινα κι την άλλη από ασημένια.Ο θρύλος λέει ότι βρέθηκαν εκεί απευθείας από τηγάνι ενός μοναχού!!, λίγο πριν την Άλωση της Πόλης. Ο μοναχός τηγάνιζε ενώ έλεγε με βεβαιότητα ότι η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους έχει τόσες πιθανότητες όσες και τα ψάρια του να ξαναζωντανέψουν. Τότε τα ψάρια πήδηξαν από τα τηγάνι στην πηγή με το αγίασμα, προαναγγέλλοντας το κακό που έμελλε να γίνει.
ΧΑΛΚΗ
Απέναντι από τη συνοικία Maltepe της Κωνσταντινούπολης-το «Άκρον του Βρύαντος» της αρχαιότητας-και ανάμεσα στην Αντιγόνη και την Πρίγκιπο βρίσκεται η Χάλκη. Είναι η Χαλκίτης της αρχαιότητας με τον περίφημο χαλκό, που ο Αριστοτέλης τον αποκαλεί «κολυμβητή», γιατί οι φλέβες του μεταλλεύματος έφθαναν μέχρι και τον πυθμένα της θάλασσας. Με το χαλκό του νησιού είχε φτιάξει ο γλύπτης Δημόνησος το φημισμένο άγαλμα του Απόλλωνα του Σικυωνίου, γι' αυτό το μετάλλευμα είχε πάρει το όνομα « δημονήσιος χαλκός» και το νησί Δημόνησος Χαλκίτις. Από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια ένα πλήθος αναχωρητές έζησαν εδώ σε ησυχαστήρια, χτισμένα στις πιο απρόσιτες και κρημνώδεις τοποθεσίες της δυτικής ακτής. Το 809 εξορίστηκε στο νησί ο Θεόδωρος Στουδίτης που στην έριδα της εικονομαχίας είχε ταχθεί υπέρ των ιερών εικόνων. Εδώ, ο πατριάρχης Φώτιος έκτισε λίγα χρόνια αργότερα τη μονή της Αγίας Τριάδας. Στα χρόνια των Παλαιολόγων γνώρισε ακμή το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που είναι περισσότερο γνωστό ως μονή της Παναγίας της Καμαριώτισσας. Σήμερα είναι στον περίβολο του Ναυτικού Λυκείου που χρησιμοποιεί ακόμα τα κτίρια της ενδόξου Ελληνοεμπορικής Σχολής. Από το 1835 λειτουργούσε στο μοναστήρι της Παναγίας η Σχολή, το σπουδαιότερο μορφωτικό κέντρο της οθωμανικής επικράτειας εκείνη την εποχή, κατά την εκτίμηση του Άγγλου διπλωμάτη Eustache Clare. Λίγ . Λίγο αργότερα, η ίδρυση της περιφανούς Θεολογικής Σχολής άνοιξε το δρόμο για να γίνει η Χάλκη πνευματικός φανός με τεράστια εμβέλεια. Στο νησί λειτουργούσε επίσης Σχολή Αρρένων και «Παρθεναγωγείον μετά Νηπιαγωγείου», Αλληλοδιδακτική Σχολή καθώς και η Αυτοκρατορική ναυτική Σχολή. Στην περιοχή της Ελληνοεμπορικής Σχολής βρισκόταν η κατοικία του Πατριάρχη Ιωαννίκιου Γ΄, ο οποίος είχε ανοικοδομήσει τη μονή του Αγίου Γεωργίου του Κρημνού (ανήκει στον Πανάγιο Τάφο). Σε όλο το δρόμο μάλιστα από το σπίτι του ως τη μονή φύτεψε κυπαρίσσια. Στην παλιά κιστέρνα της μονής ξεχωρίζει ακόμα και σήμερα εντοιχισμένη κτητορική επιγραφή. Στο νότο του νησιού υπάρχει ο γραφικός όρμος Cam Liman, δηλαδή «όρμος των πεύκων», ο οποίος και από τους αρχαίους ονομαζόταν Πιτύους (πευκώδης). Εδώ είχε καταπλεύσει το καράβι που έφερε το Ναπολέοντα, φιλόδοξο πρίγκηπα ακόμα, στα χώματα της Χάλκης, όπου επισκέφθηκε τη ναυτική Σχολή. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου είναι χτισμένη στην κεντρική πλατεία της Χάλκης και στέκει εκεί από το 1857. Προγενέστερός της ήταν βυζαντινός ναός αφιερωμένος στον Άγιο. Στην είσοδο του Αγίου Νικολάου, πριν από τον πρόναο, είναι το αγίασμα της Αγίας Φωτεινής. Η Χάλκη είναι ιδανική για περιπάτους και κολύμπι. Αξίζει να πάρετε την άμαξα για ένα μεγάλο γύρο του νησιού που διαρκεί περίπου 50 λεπτά.
ΙΕΡΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΧΑΛΚΗΣΗ
Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης πριν κλειστεί από τις τούρκικες αρχές το 1971 ήταν η κύρια θεολογική σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Οι εγκαταστάσεις της σχολής βρίσκονται στο νησί Χάλκη, ένα από τα Πριγκηπονήσια. Η σχολή στεγαζόταν αρχικά στη σταυροπηγιακή Μονή της Αγίας Τριάδας, στη Χάλκη, η οποία είχε ιδρυθεί από τον Πατριάρχη Φώτιο Α΄ της Κωνσταντινούπολης (858-861 και 878-886). Το 1844, ο Πατριάρχης Γερμανός Δ΄ κατά την πρώτη του πατριαρχεία (1842- 1845), ίδρυσε το 1843 θεολογική Σχολή στις εγκαταστάσεις της μονής της Αγίας Τριάδας, την οποία και εγκαινίασε το αμέσως επόμενο έτος στις 13 Σεπτεμβρίου 1844. Όλα τα κτήρια εκτός από ένα παρεκκλήσι καταστράφηκαν στο μεγάλο σεισμό που συνέβη στη Κωνσταντινούπολη στις 28 Ιουνίου του 1894 με συνέπεια να διακοπεί η λειτουργία της. Μετά από εκτεταμένες επισκευές και αναστηλώσεις από τον αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη, διάρκειας 17 μηνών, η σχολή με νέο πλέον κτίριο εγκαινιάστηκε στις 1 Οκτωβρίου του 1896. Σημαντική ανακαίνιση έγινε στη δεκαετία του '50. Πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι, ιερείς, επίσκοποι και πατριάρχες φοίτησαν στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, συμπεριλαμβανομένου και του Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Οι φοιτητές στη Χάλκη περιλάμβαναν όχι μόνο γηγενείς Έλληνες, αλλά και Ορθόδοξους Χριστιανούς από όλο τον κόσμο, προσδίδοντας στη σχολή έναν διεθνή χαρακτήρα. Επίσης, πολλοί πατριάρχες, επίσκοποι και πρώην δάσκαλοι έχουν ταφεί σε ειδική περιοχή του κήπου. Οι θεολογικές εγκαταστάσεις περιλαμβάνουν το Παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδος, κοιτώνες, αναρρωτήριο, γραφεία, και την πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη η οποία κατέχει σημαντική ιστορική συλλογή βιβλίων, περιοδικών και χειρογράφων. Το 1971 η σχολή έκλεισε εξαιτίας ενός τουρκικού νόμου που απαγόρευε τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Το 1998 η επιτροπή ιδιοκτητών της σχολής διατάχθηκε να διαλυθεί, αλλά διεθνής κριτική έπεισε την Άγκυρα να ακυρώσει τη διαταγή. Η Χάλκη έχει λάβει διεθνή προσοχή τα τελευταία χρόνια. Τον Οκτώβριο του 1998, το Κογκρέσο των ΗΠΑ υποστήριξε την επαναλειτουργία της Χάλκης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναφέρει επίσης το ζήτημα στις διαπραγματεύσεις για την τουρκική προσχώρηση στην ΕΕ. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον επισκέφτηκε την Χάλκη στην επίσκεψή του στην Τουρκία το 1999 και ζήτησε από τον Τούρκο Πρόεδρο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ να επιτρέψει το 1999 και ζήτησε από τον Τουλής. Τον Αύγουστο του 2011 κίνητο Τούρκος την επαναλειτουργία της σχολιάσισε με διάταγμα της νικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, θρησκευτικά κτίρια του Οικου παρελθόν πρέπει να επιστραφούν προς το τα οποία κατασχέθηκαν της Κωνσταντινούπολης. Καθηγούμενος της 2011 Οικουμενικό Πατριαρχείο της πιδοφόρος διορίστηκε Καθριαρχείο της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Χάλκης. Έτσι το ελπίζει ότι οι υποσχέσεις από την τουρκική κυβέρνηση ότι θα επιτραπεί η επαναλειτουργία της Χάλκης θα τηρηθούν.
ΠΡΙΓΚΗΠΟΣ
Οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν τα νησιά Παπαδονήσια, από τις σκήτες και τα μοναστήρια που βρισκόταν στις βουνοπλαγιές τους, αλλά και Πριγκηπόννησα, από τον πρίγκηπα Ιουστίνο τον Κουροπαλάτη, που διατηρούσε στο μεγαλύτερο από αυτά κτήμα και εξοχική κατοικία.Η Πρίγκηπος είναι το μεγαλύτερο αυτών των νησιών (εξού και το τουρκικό του όνομα: μεγάλο νησί) και μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα είχε πληθυσμό 15.000 κατοίκους. Το ανάκτορο που είχε αναγείρει ο Ιουστίνος ο Κουροπαλάτης σύμφωνα με συγκλίνουσες πηγές, βρισκόταν στο σημείο όπου σήμερα είναι ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Δημητρίου. Η Πρίγκηπος φιλοξενούσε τα μοναστήρια της Θείας Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Χριστού και του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά, ενώ το τεράστιο συγκρότημα του Εθνικού Ορφανοτροφείου, που υπήρξε δωρεά της Ελένης Ζαρίφη, δέσποζε στις πευκόφυτες πλαγιές του νησιού. Στην κοιλάδα του ανατολικού μέρους του νησιού βρίσκεται η μονή του Αγίου Νικολάου, με χαρακτηριστικό της το καντήλι με την παλαμίδα. Τη δώρισε στη μονή η αδελφότητα των ψαράδων Πριγκήπου αφιερώνοντας την στον προστάτη των θαλασσινών Άη Νικόλα. Στο νησί αυτό εξορίστηκε από το Νικηφόρο Λογοθέτη η Ειρήνη η Αθηναία, η αδίστακτη αυτοκράτειρα που είχε τυφλώσει το ίδιο της το παιδί, τον Κωνσταντίνο τον Χάζαρο για να πάρει το θρόνο. Ένα μήνα μετά την εξορία της η Ειρήνη εστάλη στη Λέσβο, όπου πέθανε το 802. Η σωρός της μεταφέρθηκε στην Πρίγκηπο και ετάφη στη Μεγάλη Γυναικεία Μονή που η ίδια ανακαίνισε και πλούτισε κατά τη διάρκεια της βασιλείας της. Τα ερείπια (Καμάρες) αυτού του μοναστηριού είναι στην ακτή.
bottom of page